διάδρομος

διάδρομ-ος, ον,
A running through or about, wandering,

φυγαί A.Th.191

; λέχος δ. stray, lawless love, E.El.1156(lyr.); ἔμβολα κίοσι δ. the architrave reeling, ready to fall, Id.Ba.592 (lyr.).
II Subst. διάδρομος, , = διαδρομή 11, Luc. Hipp.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάδρομος — running through masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδρομος — ο (AM διάδρομος, Α και διάδρομος, ον) 1. η δίοδος, το πέρασμα 2. επιμήκης χώρος μέσω τού οποίου συγκοινωνούν μεταξύ τους και με την έξοδο τα δωμάτια που βρίσκονται στον ίδιο όροφο 3. χώρος επιμήκης για την επικοινωνία τών διαμερισμάτων ενός… …   Dictionary of Greek

  • διάδρομος — [диадромос] ουσ. а. коридор …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διάδρομος — ο 1. δίοδος, μακρόστενο πέρασμα: Τα δωμάτια στους ορόφους του ξενοδοχείου είναι τοποθετημένα στο μήκος ευρύχωρων διαδρόμων. 2. οι διαγραμμισμένες λωρίδες των σταδίων, όπου τρέχουν οι δρομείς: Ο κάθε αθλητής πρέπει να παραμένει στο διάδρομό του σε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αεροπορικός διάδρομος ή αεροδιάδρομος — Εναέριος διάδρομος μέσα στον οποίο κινούνται τα αεροπλάνα, κυρίως για την αποτροπή ατυχημάτων και συγκρούσεων. Οι α.δ. καθορίζονται διεθνώς με γεωγραφικές συντεταγμένες ή με ραδιοναυτιλιακά μέσα και διακρίνονται σε δύο κυρίως κατηγορίες: α) στους …   Dictionary of Greek

  • διαδρόμου — διάδρομος running through masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρόμους — διάδρομος running through masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρόμων — διάδρομος running through masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρόμῳ — διάδρομος running through masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάδρομα — διάδρομος running through neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.